Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

étayer στα ελληνικά
étayer
λέγεται
ετεγέ
.
étayer
σημαίνει στα ελληνικά
υποβαστάζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- étayer : υποστηρίζω / υποστυλώνω
- étayer : στηρίζω / υποστυλώνω
- étai / étaie : στήριγμα
- poutre étayée : στηριζόμενη δοκός
- poutre non étayée : μη στηριζόμενη δοκός
- les précipités durcissants de CU n'étaient pas visibles : τα κατακρημνίσματα χαλκού που σκληρύνθηκαν δεν ήταν ορατά
- les rayons X étaient semi-homogènes dans une bande horizontale large : Οι ακτίνες Χ ήταν ημιομοιογενείς σε μια ευρεία οριζόντια ζώνη.
- les anciens tubes redresseurs étaient construits avec une ampoule de verre à la chaux : Παλαιότερες ανορθωτικές λυχνίες αποτελούνταν από ένα κάλυμμα από ασβεστύαλο.
- des produits qui n'ont pas été soumis aux droits de douane qui leur étaient applicables. : προ2bόντα που δεν έχουν υποβληθεί από το Kράτος μέλος εξαγωγής στους επιβαλλομένους δασμούς
Subscribe
0 Comments


