Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

étranger στα ελληνικά
étranger
λέγεται
ετρανζέ
.
étranger
σημαίνει στα ελληνικά
ξένος / αλλοδαπός / εξωτερικό / ξενιτιά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ressortissant d'un pays tiers (Preferred) / étranger : υπήκοος τρίτης χώρας (Preferred) / αλλοδαπός
- étranger (Preferred) / ressortissant étranger (Admitted) : αλλοδαπός
- étranger / personne étrangère : αλλοδαπός
- CAVICORG / Cavicorg : Διεπαγγελματικό Ταμείο Ασφαλίσεως Γήρατος των Βιομηχάνων και Εμπόρων Αλγερίας και Υπερποντίων
- haut représentant de l'Union pour les affaires étrangères et la politique de sécurité / HR : Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας / ΥΕ
- EuroMeSco / Réseau euro-méditerranéen des instituts de politique étrangère : EuroMeSCo / Ευρωμεσογειακή Επιτροπή Σπουδών
- devise / monnaie étrangère : ξένο νόμισμα
- loi FATCA / loi relative au respect des obligations fiscales concernant les comptes étrangers : Πράξη Φορολογικής Συμμόρφωσης Ξένων Λογαριασμών
- PESC / politique étrangère et de sécurité commune : ΚΕΠΠΑ / Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας
- SG/HR : ΓΓ/ΥΕ
Subscribe
0 Comments


