Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

étuvée στα ελληνικά
étuvée
λέγεται
ετυβέ
.
étuvée
σημαίνει στα ελληνικά
à l’ étuvée με τον ατμό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- étuver : ψήνω
- four / poêle : κλίβανος/φούρνος
- étuve : κλίβανος
- cuiseur / étuve de cuisson : Kλίβανος σκλήρυνσης
- étuve / cuve d'ébullition : δεξαμενή μουλιάσματος
- étuve / étuve sèche : επωαστικός κλίβανος
- étuve / séchoir : ξηραντήριο
- étuve : κλίβανος' ξηραντήρας
- étuve : κλίβανος ξήρανσης
Subscribe
0 Comments


