Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

évoquer στα ελληνικά
évoquer
λέγεται
εβοκέ
.
évoquer
σημαίνει στα ελληνικά
επικαλούμαι / ενθυμίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- point à évoquer : σημείωση ομιλίας
- potentiel évoqué / potentiel d'excitation : προκλητό δυναμικό
- appareil pour potentiels évoqués : ηλεκτρομυογράφος / συσκευή για προκλητά δυναμικά
- l'interdépendance des questions agricoles évoquées : η αλληλεξάρτηση των γεωργικών θεμάτων που αναφέρονται
Subscribe
0 Comments


