Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

excédent στα ελληνικά
excédent
λέγεται
εξεντάν
.
excédent
σημαίνει στα ελληνικά
πλεόνασμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- excédent : πλεόνασμα
- surplus / excédent : πλεόνασμα
- surcapacité / excédent de capacité : πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα
- excédent d'eau : πλεόνασμα
- CSD / Comité de l'écoulement des excédents : Επιτροπή για τη Διάθεση των Πλεονασμάτων / Συμβουλευτική Υποεπιτροπή για τη Διάθεση των Πλεονασμάτων
- surendettement / excédent de passif : υπερχρέωση / ανεπάρκεια ενεργητικού
- bruit excèdent : πλεονάζον αποθηκευμένο φορτίο
- excédent public : πλεόνασμα του προϋπολογισμού
- surendettement / excédent de la dette : υπερχρέωση
Subscribe
0 Comments


