Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

excentrique στα ελληνικά
excentrique
λέγεται
εξαντρίκ
.
excentrique
σημαίνει στα ελληνικά
εκκεντρικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- excentrique : έκκεντρο / εκκεντρικό
- excentrique : έκκεντρος
- excentrique / disque d'excentrique : έκκεντρος δίσκος
- fil excentrique : τζιμπ φλαμμέ νήμα
- charge excentrée / charge excentrique : έκκεντρον φορτίον
- séchoir turbulent / séchoir à axe de rotation excentrique : ταλαντευόμενος ξηραντήρας
- arbre excentrique / arbre d'excentrique : εκκεντροφόρος άξονας
- pignon excentrique : έκκεντρος οδοντοτροχός
- tige d'excentrique : διωστήρας εκκέντρου
- orbite excentrique : έκκεντρη τροχιά
Subscribe
0 Comments


