Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

excès στα ελληνικά
excès
λέγεται
εξέ
.
excès
σημαίνει στα ελληνικά
υπέρβαση / κατάχρηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- excès / distension : διάτασις / επέκτασις
- en excès : πλεονάζον / πλεόνασμα
- excès de poids / excès pondéral : υπέρβαρο
- surtension / excès de tension : υπέρταση / υπέρβαση της τάσης του ρεύματος
- paperasserie / lourdeur administrative : γραφειοκρατία / διοικητικός φόρτος
- surépaisseur / excès d'épaisseur : χονδρό / Yπέρπαχο
- surécartement / excès d'écartement : διαπλάτυνση της γραμμής
- excès de gomme : υπερβολική ποσότητα γόμμας
- excès d'offre / offre excessive : υπερπροσφορά
- excès de verre / surépaisseur de garde : Περίσσεια υάλου
Subscribe
0 Comments


