Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

exhaler στα ελληνικά
exhaler
λέγεται
εγκζαλέ
.
exhaler
σημαίνει στα ελληνικά
αναθυμιάζω / αναδίδω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- nourrisson exhalant des staphylocoques : μωρό σύννεφο
- la moitié des particules inhalées qui atteint le poumon est exhalée : το ήμισυ των εισπνεομένων σωματιδίων που φθάνει στους πνεύμονες εκπνέεται πάλι
Subscribe
0 Comments


