Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

expérimental στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
expérimental
λέγεται
εξπεριμαντάλ
.
expérimental
σημαίνει στα ελληνικά
πειραματικός / δοκιμαστικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • voie d’essai / ligne expérimentale : σιδηροδρομική γραμμή δοκιμών
  • satellite BSE / satellite expérimental de radiodiffusion : πειραματικός ραδιοτηλεοπτικός δορυφόρος
  • satellite CSE / satellite ECS : πειραματικός τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος
  • enquête pilote / enquête-pilote : δοκιμαστική έρευνα / πειραματική έρευνα
  • flacon d'essai / flacon expérimental : φιάλη δοκιμών / φιάλη για δοκιμή
  • maquette / montage d'essai : Πρωτότυπη κάρτα / πειραματική διάταξη
  • ITER-EDA / accord de coopération concernant les activités ayant trait au projet détaillé de l'International Thermonuclear Experimental Reactor : ITER-EDA / συμφωνία συνεργασίας για τις δραστηριότητες στο έργο της λεπτομερούς μελέτης του διεθνούς θερμοπυρηνικού πειραματικού αντιδραστήρα
  • APT experimental : δοκιμαστικό τρένο τύπου ΑΡΤ
  • station d'essais / station expérimentale : πειραματικός σταθμός
  • parcelle d'essai / parcelle expérimentale : πειραματικό αγροτεμάχιο

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments