Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

expérimenté στα ελληνικά
expérimenté
λέγεται
εξπεριμαντέ
.
expérimenté
σημαίνει στα ελληνικά
έμπειρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- batelier expérimenté : πεπειραμένος χειριστής μπάρτζας / πεπειραμένος χειριστής φορτηγίδας
- pilote peu expérimenté : άπειρος χειριστής / χειριστής με μικρή πείρα
- interprète expérimenté : πεπειραμένος διερμηνέας
- programmeur expérimenté : προγραμματιστής εμπειρογνώμων
- bourse Marie Curie pour chercheur expérimenté / bourse Marie Curie pour chercheurs expérimentés : υποτροφία "Μαρία Κιουρί" για πεπειραμένο ερευνητή
Subscribe
0 Comments


