Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

externe στα ελληνικά
externe
λέγεται
εξτέρν
.
externe
σημαίνει στα ελληνικά
εξωτερικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- externe : εξωτερικός
- abrasion / usure externe : λείανση / απότριψη
- gp120 / glycoprotéine 120 : gp120 / γλυκοπρωτεϊνη 120
- OEEC / organisme externe d'évaluation du crédit : ECAI / εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικής αξιολόγησης
- RCSE / rapport canal standard externe : ΛΔΕΠ / λόγος διαύλων εξωτερικού προτύπου
- externalité / effet externe : εξωτερικά επακόλουθα / εξωτερικά στοιχεία
- exocoelome / extracoelome : εξωσπλαχνικό κοίλωμα του εμβρύου
- peau / tégument externe : δέρμα
- SAE / source d'alimentation externe : εξωτερικό τροφοδοτικό / εξωτερικό τροφοδοτικό ισχύος
Subscribe
0 Comments


