Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

extrapoler στα ελληνικά
extrapoler
λέγεται
εξτραπολέ
.
extrapoler
σημαίνει στα ελληνικά
γενικεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- extrapoler : επεκτείνω / παρεκβάλλω
- risque extrapolé : εκτίμηση βαθμού κινδύνου με την μέθοδο της παρέκτασης
- bande en console / triangulation extrapolée : παρεκταθείς αεροτριγωνισμός / αεροτριγωνισμός με παρέκταση
- limite extrapolée : κατ'επέκταση επιφάνεια
- courbe extrapolée : προεκβαλλόμενη καμπύλη
- fiabilité extrapolée : αξιοπιστία με προεκβολή
- niveau de Fermi extrapolé : προεκβαλόμενη στάθμη Fermi
- taux de défaillance extrapolé : ρυθμός βλαβών με προεκβολή
- durée de vie moyenne extrapolée : μέση διάρκεια ζωής με προεκβολή
- produit gain-fréquence extrapolé : προεκβαλόμενο γινόμενο κέρδους-συχνότητας
Subscribe
0 Comments


