Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

factice στα ελληνικά
factice
λέγεται
φακτίς
.
factice
σημαίνει στα ελληνικά
ψεύτικος / προσποιητός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- factice : τεχνητό καουτσούκ
- artéfact / dermatite factice : τέχνημα / τεχνητή δερματίτιδα
- cache / instruction factice : βουβή εντολή / εικονική εντολή
- tête factice : βάρος τύπου κεφαλής
- pièce factice : ομοίωμα εξαρτήματος
- factice blanc : λευκό υποκατάστατο
- titre factice : τεχνητός τίτλος
- montre factice : απομίμηση ρολογιού του χεριού
Subscribe
0 Comments


