Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

faculté στα ελληνικά
faculté
λέγεται
φακυλτέ
.
faculté
σημαίνει στα ελληνικά
σχολή / δυνατότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- faculté : (πανεπιστημιακή) σχολή
- intellect / faculté de penser : διανοητική ικανότητα
- cognition / facultés cognitives : γνώση
- faculté motrice : κινητική δεξιότητα
- faculté cognitive : γνωστική δεξιότητα
- faculté sensitive : αισθητική δεξιότητα
- faculté de retour : δικαίωμα επιστροφής
- facultés créatives : δημιουργικότητα / απόδοση σε δημιουργικές προσπάθειες
- pouvoir germinatif / faculté germinative : βλαστητική ικανότητα
- faculté germinative / taux de germination : ποσοστό βλαστικότητας / φυτρωτικότης δασικών σπόρων
Subscribe
0 Comments


