Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fagot στα ελληνικά
fagot
λέγεται
φαγκό
.
fagot
σημαίνει στα ελληνικά
δεμάτι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fagot : δεμάτι
- module fagot : δομικό τμήμα cordwood
- module fagot : μοντούλ TINKERTOU / αρθρωτή βαθμίδα TINKERTOU
- bois de fagot : ξυλεία θάμνων,ξυλεία φρυγάνων
- assemblage fagot : συναρμολόγηση cordwood
- fagot de capacité : δέσμη χωρητικότητας
- fagot de présence : δέσμη παρουσίας
- fagot des munitions : δέσμη πυρομαχικών
- fagot d'échantillonnage : δέσμη δειγματοληψίας
- fagot de recoupe de distance : δέσμη επιβεβαίωσης απόστασης
Subscribe
0 Comments


