Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

faible στα ελληνικά
faible
λέγεται
φεμπλ
.
faible
σημαίνει στα ελληνικά
αδύναμος / αδύνατος / αμυδρός / ασθενής / αδυναμία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- faible : ασθενής
- MELODI / initiative pluridisciplinaire européenne sur les faibles doses : ευρωπαϊκή διεπιστημονική πρωτοβουλία χαμηλής δόσης
- LOAEL / dose la plus faible pour laquelle est observé un effet indésirable : LOAEL / κατώτερο επίπεδο στο οποίο παρατηρούνται επιπτώσεις
- LOEC / concentration efficace la plus faible observée : LOEC / κατώτατη συγκέντρωση στην οποία παρατηρούνται επιπτώσεις
- ALARA / aussi faible que raisonnablement possible : κατώτερο ευλόγως εφικτό επίπεδο
- SMBR / SMFR : φασματομετρία μαζών χαμηλής διακριτικής ικανότητας
- LMES / station terrienne mobile de communications par satellite à faible débit de données : LMES / επίγειος δορυφορικός σταθμός εδάφους χαμηλού ρυθμού δεδομένων
- acruorie / faible formation de caillot : έλλειψη ερυθρού θρόμβου / παρουσία υγρού αίματος στα αγγεία ενός πτώματος
- indigent / économiquement faible : άπορος / ενδεής
- LVTO / décollage par faible visibilité : LVTO / απογείωση χαμηλής ορατότητας
Subscribe
0 Comments


