Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

falaise στα ελληνικά
falaise
λέγεται
φαλέζ
.
falaise
σημαίνει στα ελληνικά
γκρεμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- falaise : κρημνός
- falaise : απόκρημνες βραχώδεις ακτές
- falaise maritime : θαλάσσιος κρημνός
- falaise de glace : μέτωπο πάγου
- effet de falaise : φαινόμενο «κατακρήμνισης»
- source de falaise : πηγή κρημνού
- falaise budgétaire : δημοσιονομικό βάραθρο
- falaise de potentiel électromagnétique : κρημνός ηλεκτρομαγνητικού δυναμικού
Subscribe
0 Comments


