Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

fan στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
fan
λέγεται
φαν
.
fan
σημαίνει στα ελληνικά
θαυμαστής / οπαδός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • fan-in / entrance : fan-in
  • fan-out / sortance : συντελεστής φόρτισης / μέγιστο πλήθος εξόδων
  • rampe de fan : πολλαπλή ελαίου / πολλαπλή ελαίου στο ταχύρευμα του φυσητήρα
  • fan-coaching : φορείς πλαισίωσης των οπαδών
  • aéronef turbo-fan / aéronef à turboréacteur à double flux : αεροσκάφος με στροβιλοαεριωθητήρα διπλής ροής
  • moteur couplé doseur de fan : στρεπτικός ηλεκτροκινητήρας δοσομετρικής διάταξης φυσητήρα
  • capteur de roulement de fan : αισθητήρας κραδασμών εδράνου κύλησης του φυσητήρα

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments