Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

faner στα ελληνικά
faner
λέγεται
φανέ
.
faner
σημαίνει στα ελληνικά
ξεραίνω / μαραίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fané : ξεθωριασμένο ύφασμα
- défaneuse / effaneuse : μηχανή καταστροφής χόρτου / μηχανή καταστροφής υπεργείων τμημάτων πατάτας
- arrache-fanes / défaneuse type rouleau : μηχανή καταστροφής υπεργείων φυτικών τμημάτων κυλινδρικού τύπου
- peigne à fanes : κτένι συγκέντρωσης ξηρών χόρτων
- fanes de carottes : φύλλα καρότων
- brûlage des fanes : κάψιμο των ξηρών φύλλων
- carottes sans fanes : καρότο χωρίς φύλλα
- produit entier sans fane ni terre : ολόκληρο το προϊόν μετά την αφαίρεση των κορυφών και του χώματος που προσκολλάται
Subscribe
0 Comments


