Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

farder στα ελληνικά
farder
λέγεται
φαρντέ
.
farder
σημαίνει στα ελληνικά
φκιασιδώνω / βάφω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- farder : δείχνω την καλή όψη εμπορεύματος
- farde / chemise à dossier : κάλυμμα φακέλλου
- farde / chemise à dossier : κάλυμμα φακέλων
- grebiche / farde à glissiere : δέσιμο σε κινητά φύλλα
- cou coupé / truite fardée : κηλιδόστικτος σολομός
- cou coupé / truite fardée : κηλιδόστικτος σολομός
Subscribe
0 Comments


