Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fatigue στα ελληνικά
fatigue
λέγεται
φατίγκ
.
fatigue
σημαίνει στα ελληνικά
κούραση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fatigue : κόπωση
- limite Ó / limite alpha : όριο α / όριο άλφα
- fatiguer : καταπονώ
- fatiguant : επίπονος
- fatiguer : υποφέρω από τη θάλασσα / υποφέρω από τη θαλασσοταραχή
- kopiopie / asthénopie : κοπισπία / ασθενοπία
- endurance / longevité à la fatigue : διάρκεια ζωής μέχρι την κόπωση
- SFC / syndrome de fatigue chronique : μυαλγική εγκεφαλομυελίτις / ΣΧΚ
Subscribe
0 Comments


