Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fer στα ελληνικά
fer
λέγεται
φερ
.
fer
σημαίνει στα ελληνικά
σίδερο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fer / MUL : σίδηρος
- Agence ferroviaire européenne / AFE : ΕΟΣ / Ευρωπαϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων
- FER / Fonds européen pour les réfugiés : Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες
- fer : εργαλείο συνένωσης αρμών
- fer / tringle métallique : μεταλλική ράβδος
- fer / fil métallique : βέργα
- fer / couteau : μαχαιρίδιον,μαχαίριον
- fer : μαχαιρίδιον,λάμα
- RID / Règlement concernant le transport international ferroviaire des marchandises dangereuses : Κανονισμός για τη διεθνή σιδηροδρομική μεταφορά επικινδύνων εμπορευμάτων / RΙD
- FER / compte rendu final d'exercice : FER / τελική έκθεση άσκησης
Subscribe
0 Comments


