Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ferraille στα ελληνικά
ferraille
λέγεται
φεράιγ
.
ferraille
σημαίνει στα ελληνικά
παλιοσίδερα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ferraille : παλαιοσίδηρος/απομέταλλα σιδήρου
- ferraille / résidus ferreux : παλαιοσίδηρος
- riblon / riquette : άχρηστο μέταλλο
- ferrailles : θράυσματα
- démolition : διάλυση
- ferrailleur / récupérateur de ferraille : έμπορος παλαιών σιδερικών
- chutes internes / ferrailles internes : μεταλλικά υπολείμματα / μεταλλικά υλικά ανακύκλωσης
- chutes internes / ferrailles internes : παληοσίδερα για επαναχρησιμοποίηση / άχρηστα υλικά για επαναχρησιμοποίηση
- ferraille lourde : βαρέα απομέταλλα
- parc à ferraille / chantier de récupération de ferrailles : χώρος συγκέντρωσης παλαιοσιδηρικών / χώρος συγκέντρωσης παλαιών μετάλλων
Subscribe
0 Comments


