Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fertile στα ελληνικά
fertile
λέγεται
φερτίλ
.
fertile
σημαίνει στα ελληνικά
εύφορος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fertile : επωάσιμος
- couverture / couche fertile : μανδύας επωάσεως
- sol fertile : γόνιμο έδαφος
- oeil fertile / oeil à fleur : γόνιμο μάτι / γόνιμος οφθαλμός
- oeuf fertile : αυγά γονιμοποιημένα
- paturin fertile / paturin des marais : πόα η ελόβιος / πόα η τελματώδης
- isotope fertile : γόνιμο ισότοπο
- élément fertile : γόνιμο στοιχείο / στοιχείο αναπαραγωγής
Subscribe
0 Comments


