Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fertiliser στα ελληνικά
fertiliser
λέγεται
φερτιλιζέ
.
fertiliser
σημαίνει στα ελληνικά
γονιμοποιώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- motte / presse-pot : εδαφοτεμάχιο
- engrais / fertilisant : λίπασμα
- fertilisant : προϊόν λίπανσης
- fertigation / fertirrigation : λιπαντική άρδευση
- engrais inorganique / engrais minéral : ανόργανο λίπασμα
- engrais organique / fertilisant organique : οργανικό λίπασμα
- élément fertilisant : θρεπτική ύλη
- fertilisant microbien : μικροβιακό λίπασμα
- fertilisant oléophile : ελαιοφιλικό λίπασμα
- fertilisant biologique : βιολογικό λίπασμα
Subscribe
0 Comments


