Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fesse στα ελληνικά
fesse
λέγεται
φες
.
fesse
σημαίνει στα ελληνικά
γλουτός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- siège / fesses : γλουτός
- téléski / tire-fesses : τιρφές / τελεσκί
- appui-fesses : υποστήριγμα
- masse de fesse : βάρος γλουτού
- mouton à fesses grasses : παχύπυγο πρόβατο / καραμάνικο πρόβατο
- formes arrière,2)fesses : υπογάστριο σκάφους
- blastomycose fistuleuse des fesses : βλαστομυκητίαση συριγγοποιημένη γλουταίας χώρας
Subscribe
0 Comments


