Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fichier στα ελληνικά
fichier
λέγεται
φισιέ
.
fichier
σημαίνει στα ελληνικά
αρχείο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fichier / fichier informatisé : ηλεκτρονικό αρχείο / ηλεκτρονική τήρηση βιβλίων
- fichier : αρχείο
- fichier : καρτελοθήκη
- fichier : Αρχείο δεδομένων
- fichier : Κάρτα ευρετηρίασης
- fichier : αρχείο / φάκελος
- fichier : ευρετήριο / δελτιοθήκη
- fichier : κατάσταση (πληροφοριών) αρχείο
- parent / fichier-père : πρώτο ανιόν αρχείο
- CRATE / Inventaire central des équipements techniques disponibles : CRATE / κεντρικό μητρώο διαθέσιμου τεχνικού εξοπλισμού
Subscribe
0 Comments


