Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fiel στα ελληνικά
fiel
λέγεται
φιελ
.
fiel
σημαίνει στα ελληνικά
χολή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fiel / eau salée : αλμυρά ύδατα
- fiel / gale : τετηγμένο σουλφάτ
Subscribe
0 Comments


