Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

figer στα ελληνικά
figer
λέγεται
φιζέ
.
figer
σημαίνει στα ελληνικά
παγώνω / πήζω / μαρμαρώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- image fixe / trame fixe : στιγμιαία αποτύπωση / ακινητοποιημένο πλαίσιο
- contrainte figée : στερεοποιημένη τάση
- déformation figée : στερεοποιημένη παραμόρφωση
- figer des colonnes et des lignes / geler des lignes et des colonnes : παγώνω γραμμές και στήλες
Subscribe
0 Comments


