Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

finalité στα ελληνικά
finalité
λέγεται
φιναλιτέ
.
finalité
σημαίνει στα ελληνικά
σκοπιμότητα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Directive du Parlement européen et du Conseil concernant le caractère définitif du règlement dans les systèmes de paiement et de règlement des opérations sur titres / DCDR : ΟΑΔ / οδηγία σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού
- Fonds structurels / fonds à finalité structurelle : διαρθρωτικά ταμεία
- finalité légitime : νόμιμος σκοπός
- caractère d'emploi / caractère de finalité : χαρακτηριστικό σκοπού / χαρακτηριστικό χρήσης
- finalités politiques : πολιτικοί στόχοι
- formalité à finalité fiscale : διατύπωση σχετικά με την επιβολή φόρων
- action à finalité structurelle : διαρθρωτική δραστηριότητα
- aide régionale à l'investissement / aide à l'investissement à finalité régionale : περιφερειακή επενδυτική ενίσχυση
- prêt bonifié à finalité régionale : επιδοτούμενο δάνειο για την περιφερειακή ανάπτυξη / επιδοτούμενο δάνειο για τους σκοπούς της περιφερειακής ανάπτυξης
- régime d'aide à finalité régionale : καθεστώς περιφερειακών ενισχύσεων / καθεστώς ενίσχυσης με περιφερειακή σκοπιμότητα
Subscribe
0 Comments


