Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

financer στα ελληνικά
financer
λέγεται
φινανσέ
.
financer
σημαίνει στα ελληνικά
χρηματοδοτώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- financer : χρηματοδοτώ
- finances : οικονομικά/κεφάλαια
- Fintech / technologie financière : οικονομική τεχνολογία
- F.2_FIN / Finances, vérification financière : Οικονομικά και Δημοσιονομική Επαλήθευση / F.2_FIN
- SG.E.1 / Budget et finances : Προϋπολογισμός και δημοσιονομικά / SG.E.1
- INTOSAI / Organisation internationale des institutions supérieures de contrôle des finances publiques : INTOSAI / Διεθνής Οργανισμός των Ανωτάτων Οργάνων Ελέγχου
- F / direction F : Διεύθυνση Στ’ - Προϋπολογισμός και Οικονομικά / F
- PNUE IF / Programme des Nations Unies pour l'environnement : UNEP FI / πρωτοβουλία UNEP FI
- budget voté / budget approuvé : νόμος του προϋπολογισμού / νομοθεσία κατανομής δημόσιων πιστώσεων
- CIFP (Preferred) / contrôle interne des finances publiques (Preferred) : PIFC / δημόσιος εσωτερικός δημοσιονομικός έλεγχος
Subscribe
0 Comments


