Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

flair στα ελληνικά
flair
λέγεται
φλερ
.
flair
σημαίνει στα ελληνικά
όσφρηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- FLAIR / programme spécifique de recherche et de développement dans le domaine de la science et des technologies de l'alimentation : FLAIR / Ειδικό πρόγραμμα έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης στον τομέα της επιστήμης και τεχνολογίας των τροφίμων (1989-1993)
- exempt de flair : χωρίς οσμή
- action Flair-Flow : δράση Flair-Flow
Subscribe
0 Comments


