Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

flasque στα ελληνικά
flasque
λέγεται
φλασκ
.
flasque
σημαίνει στα ελληνικά
πλαδαρός / νερουλός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- flasque / flacon de poche : Mπουκάλια τσέπης
- flasque : φλάντζα
- flasque : προστατευτικό κάλυμμα
- flasque : περικάλυμμα πτερωτής
- flasque : άτονος / χαλαρός
- flasque : φλάντζα σύσφιξης
- flasques : πλευρικά μεταλλικά ελάσματα
- perte disque / perte par frottement des flasques de roue : απώλεια τριβής δίσκου
- côté flasque : εσωτερική πλευρά
- moteur à bride / moteur à flasque-bride : κινητήρας στερεωμένος με φλάντζα
Subscribe
0 Comments


