Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fléchissement στα ελληνικά
fléchissement
λέγεται
φλεσισμάν
.
fléchissement
σημαίνει στα ελληνικά
κάμψη / λύγισμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
