Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

flottant στα ελληνικά
flottant
λέγεται
φλοτάν
.
flottant
σημαίνει στα ελληνικά
που επιπλέει / κυματίζων / κυμαινόμενος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- flottant : πιθανή διάθεση τίτλων
- flottant : ποσοστό μετοχών που διατίθεται μέσω δημόσιας εγγραφής και μέσω του χρηματιστηρίου
- thoniers / flotte thonière : τονοαλιευτικός στόλος
- flotte / écheveau : κούκλα
- vivier / banneton : πλωτό ιχθυοτροφείο
- flottant : εκκρεμής λογαριασμός
- flotte / écheveau : κούκλα / τσιλές
- flotte / parc de véhicules : σύνολο κυκλοφορούντων αυτοκινήτων
- flotter : επιπλέω
- fil flotté : τόξο
Subscribe
0 Comments


