Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

flux στα ελληνικά
flux
λέγεται
φλυ
.
flux
σημαίνει στα ελληνικά
πλημμυρίδα / χείμαρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- LFr / LUF : LFr / LUF
- flux : ρυθμός ροής διακινήσεως
- flux / marée montante : πλημμυρίδα
- flot / flux : ανερχόμενη πλημμυρίδα
- flux / marée montante : πλημμυρίδα / ανερχόμενη παλίρροια
- flux : κράση με σύντηκτο
- flux : ροή πηγής
- flux / fondant : ευτηκτικό / σύντηκτον
- flux / fondant : συλλίπασμα
- LFE / élément à flux laminaire : στοιχείο στρωτής ροής
Subscribe
0 Comments


