Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

foison (à) στα ελληνικά
foison (à)
λέγεται
αφουαζόν
.
foison (à)
σημαίνει στα ελληνικά
πλουσιοπάροχα / αβέρτα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
