Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

forcément στα ελληνικά
forcément
λέγεται
φορσεμάν
.
forcément
σημαίνει στα ελληνικά
αναγκαστικά / φυσικά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- voiture de renfort / voiture de forcement : ενισχυτική άμαξα / ενισχυτικό όχημα
- forcement d'un train : ενίσχυση αμαξοστοιχίας
- véhicule de forcement : όχημα ενισχυτικό
Subscribe
0 Comments


