Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

forfait στα ελληνικά
forfait
λέγεται
φορφέ
.
forfait
σημαίνει στα ελληνικά
αποκοπή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- forfait / montant forfaitaire : ποσό κατ' αποκοπήν
- forfait / prix global : συνολική τιμή / κατ'αποκοπή τιμή
- forfait : οργανωμένο ταξίδι
- à forfait : χωρίς το δικαίωμα της αναγωγής
- tâcheron / ouvrier à marché : μεταλλευτής αμοιβόμενος με το κομμάτι
- I.T. / inclusive tour : ταξίδι-πακέτο / οργανωμένο ταξίδι
- forfaitage / affacturage à forfait : πρακτόρευση διαχειρίσεως
- prise ferme / souscription intégrale : δεσμευτική κάλυψη / δεσμευτική ανάληψη
- prix à forfait / prix forfaitaire : σταθερή τιμή / συμβατική τιμή
- fret à forfait : ενδιάμεσος ναύλος
Subscribe
0 Comments


