Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

formalité στα ελληνικά
formalité
λέγεται
φορμαλιτέ
.
formalité
σημαίνει στα ελληνικά
τυπικότητα / διατύπωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- paperasserie / lourdeur administrative : γραφειοκρατία / διοικητικός φόρτος
- guichet unique / centre de formalités : ειδικό γραφείο / ενιαία μονοαπευθυντική αγορά
- CFE / Centre de formalités des entreprises : κέντρα διατυπώσεων επιχειρήσεων
- à la diligence de : με επιμέλεια
- formalité fiscale : φορολογική διατύπωση
- formalité de sortie : διατύπωση εξόδου
- formalités en douane / formalités douanières : τελωνειακές διατυπώσεις
- formalité douanière : τελωνειακή διατύπωση
- formalités de police : αστυνομικές διατυπώσεις
- alléger (formalités) : απλούστευση (των διατυπώσεων)
Subscribe
0 Comments


