Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

formation στα ελληνικά
formation
λέγεται
φορμασιόν
.
formation
σημαίνει στα ελληνικά
σχηματισμός / διάπλαση / εκπαίδευση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- stage / formation : περίοδος άσκησης
- formation : άσκηση / κατάρτιση
- formage / formation : κατασκευή / διαμόρφωση
- formation : σχηματισμός
- Code STCW / Code de formation des gens de mer, de délivrance des brevets et de veille : κώδικας STCW / Κώδικας εκπαίδευσης, πιστοποίησης και τήρησης φυλακών των ναυτικών
- EUTM Mali / mission de formation de l'UE au Mali : EUTM Mali / Στρατιωτική αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα συμβάλει στην εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων του Μάλι
- Centre européen pour le développement de la formation professionnelle / Cedefop : Cedefop / Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης
- MATTHAEUS / programme d'échange des fonctionnaires des douanes : MATTHAEUS / πρόγραμμα κοινοτικής δράσης σχετικά με την επαγγελματική κατάρτιση των τελωνειακών υπαλλήλων
Subscribe
0 Comments


