Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

formel στα ελληνικά
formel
λέγεται
φορμέλ
.
formel
σημαίνει στα ελληνικά
ρητός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- METEOR / Approche formelle intégrée du développement du logiciel industriel : ολοκληρωμένη τυπική προσέγγιση στην ανάπτυξη λογισμικού για τη βιομηχανία
- SF / théorie : τυπικό σύστημα / αξιωματικό σύστημα
- nom formel / nom officiel : τυπικό όνομα
- validation / validation de l'apprentissage non formel et informel : επικύρωση της μη τυπικής και της άτυπης μάθησης
- légistique / légistique formelle : τυπικό των νομοθετικών πράξεων
- test formel / essai formel : τυπική δοκιμή
- vote formel : τυπική ψήφιση
- droit formel : τυπικό δίκαιο
- index formel : τυπικό ευρετήριο
- accord formel : τυπική συμφωνία
Subscribe
0 Comments


