Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

formulaire στα ελληνικά
formulaire
λέγεται
φορμυλέρ
.
formulaire
σημαίνει στα ελληνικά
έντυπο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- formulaire : έντυπο
- proforma / formulaire : προμορφή
- formulaire : φόρμα / κενή φόρμα
- formulaire : φόρμα έκθεσης
- formulaire CO : έντυπο CO
- formulaire A/B : έντυπο Α/Β
Subscribe
0 Comments


