Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fouetter στα ελληνικά
fouetter
λέγεται
φουετέ
.
fouetter
σημαίνει στα ελληνικά
μαστιγώνω / χτυπώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fouetter : συρράπτω / ράβω βιβλίο
- fouette-queue : ουρομάστυξ
- crème fouettée : κτυπητό ανθόγαλα
- crème fouettée : κρέμα σαντιγύ
- beurre fouetté : βούτυρο κτυπημένο / βούτυρο εναερωμένο
- crème à fouetter : κρέμα για σαντιγύ
Subscribe
0 Comments


