Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fournir στα ελληνικά
fournir
λέγεται
φουρνίρ
.
fournir
σημαίνει στα ελληνικά
προμηθεύω / παρέχω / χορηγώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- OSASTT / SBSTTA : SBSTTA / Επικουρικό Οργανο Επιστημονικών, Τεχνικών και Τεχνολογικών Συμβουλών
- pré-copie / avant-copie : προαντίγραφο
- air fourni : παροχή αέρα
- énergie coupée / énergie non fournie : απωλεσθείσα ενέργεια
- énergie fournie : αποδιδόμενη ενέργεια
- énergie livrée / énergie fournie : αποδιδόμενη ενέργεια
- refus de fournir / refus de fourniture : άρνηση παροχής υπηρεσίας
- puissance fournie / puissance de sortie d'un aérogénérateur : παραγόμενη ισχύς
- puissance débitée / puissance fournie : αποδοθείσα ισχύς / αποδιδόμενη ισχύς
- forêt trop claire / forêt trop peu fournie : δάσος υπερβολικά αραιό / δάσος ελάχιστης πυκνότητας
Subscribe
0 Comments


