Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

foyer στα ελληνικά
foyer
λέγεται
φουαγέ
.
foyer
σημαίνει στα ελληνικά
εστία / σπιτικό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- foyer : εστία / τόπος εμφάνισης ασθένειας
- feu / foyer : εστία / νοικοκυριό
- foyer / hypocentre : εστία / υπόκεντρο
- foyer : εστία / κάμινος
- hall / foyer : χωλ / λόμπυ
- foyer : εστία
- foyer : στέγη / κατοικία
- foyer : κατοικία / οικιακή εστία
- foyer / coeur du réacteur : καρδιά του αντιδραστήρος
Subscribe
0 Comments


