Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

frange στα ελληνικά
frange
λέγεται
φρανζ
.
frange
σημαίνει στα ελληνικά
τσουλούφι / κρόσσι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- frange : φράντζα
- frange : κρόσσι
- frange / fronce : χωρίσματα
- pli / repli : πτυχή / αναδίπλωσις
- frangé : κροσσωτός
- glatdick / esturgeon à ventre nu : γλαντίκ / μουρούνα
- bord frangé / bord découpé : Aνώμαλα άκρα
- frange dorée / frange argentée : τρέσα
- repli frangé : ινώδης ακρολοφία
Subscribe
0 Comments


