Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

frémissement στα ελληνικά
frémissement
λέγεται
φρεμισμάν
.
frémissement
σημαίνει στα ελληνικά
τρεμούλιασμα / ρίγος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- frémissement : μάσημα
- signe de Récamier / frémissement hydatique : υδατιδικός τρόμος
- vibration pleurale / frémissement pleural : υπεξωκοτική τριβή που γίνεται αντιληπτή διά της ψηλαφήσεως
- frémissement cataire : ροίξος γάτας / τρομώδης θρους
Subscribe
0 Comments


