Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

frisson στα ελληνικά
frisson
λέγεται
φρισόν
.
frisson
σημαίνει στα ελληνικά
ανατριχίλα / ρίγος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- frisson : ρίγος
- frisson : ρίγος / φρίκιον
- frisson : ελαφρό ρίγος
- phase de frisson : φάσις ρίγους
- frisson provoqué par le froid : ρίγος προκαλούμενο από το ψύχος
Subscribe
0 Comments


