Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

fuir στα ελληνικά
fuir
λέγεται
φυίρ
.
fuir
σημαίνει στα ελληνικά
διαφεύγω / τρέχω / διαρρέω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fuir : ουριοδρομώ / πλέω με ούριο σφοδρό άνεμο
- bouteille qui fuit / bouteille non étanche : κύλινδρος που παρουσιάζει διαρροή
- construction à formes fuyantes : υδροδυναμική κατασκευή / κατασκευή με τη μορφή των γραμμών ροής
Subscribe
0 Comments


